Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

ΜΑΘΕ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 1: Το σχολείο στη λογοτεχνία

Από τη νουβέλα του Ι. Κονδυλάκη, ο Πατούχας, επιλέγεται το παρακάτω απόσπασμα, γιατί παρουσιάζεται το σχολείο, ο δάσκαλος και οι παιδαγωγικές μέθοδοι της εποχής.

 Ο Πατούχας
Ο Πατούχας , Ιωάννης Κονδυλάκης, επιμέλεια: Δημήτρης Λέκκας, εκδ.Συλλογή, 1995, σελ.235


«Μόνο τα κόκαλα γερά, δάσκαλε» (απόσπασμα)

Το γεγονός της ημέρας εις το χωριό ήτο η εμφάνισις του υιού του Σαϊτονικολή, αγνώστου σχεδόν μέχρι τούδε, όστις ούτω επαρουσιάσθη έξαφνα, μίαν Κυριακήν του 1863, δεκαοκτώ ετών, ανδρούκλακας ως εκεί πάνω, με ανάπτυξιν καταπληκτικήν. Του διαόλου το Σαϊτονικολή, γιο που τον έκαμε! Είδες μπόι, είδες πλάτες; Και τι έχει να γίνει ακόμη όσο ν' αντροπατήσει*! Πού 'ταν αυτό το παιδί, κι έτσι μονομιάς επετάχτηκε άντρας θεριεμένος;
Βέβαια στη χώρα δεν ήτο. Το πράγμα εφαίνετο μια ώρα μακριά. Μετά την πρώτην εντύπωσιν, οιφιλόψογοι* ήρχισαν να βλέπουν διάφορα ψεγάδια εις τον νέον, και τα εμπαικτικά γέλια διεδέχθησαν τον θαυμασμόν. Ελέγετο δηλαδή ότι, επειδή έζη μέχρι τούδε μακράν των ανθρώπων, βοσκός εις τα βουνά από μικρό παιδί, είχε γίνει ζώον με τα ζώα· μόνο που δεν εκουτούλα. Να μιλήσει καλά καλά δεν ήξευρε και άμα ευρίσκετο μεταξύ ανθρώπων τα 'χανε κι έκανε σαν αγριότραγος που κοιτάζει από πού να φύγει.
Η δε Σπυριδολενιά, διάσημος ψεγαδιάστρα* και δια τούτο λίαν επίφοβος, έτοιμη πάντοτε, αν εστραβοπατούσες, να σου βγάλει τραγούδι, όταν τον είδεν έκαμε τάχα πως εφοβήθη, μάνα μου! Έπειτα εγέλασε τον συριστικόν και ξηρόν γέλωτά της και σκύψασα εψιθύρισε προς την παρακαθημένην το εξής αυτοσχέδιον επίγραμμα:*
Καλώς τονε που πρόβαλε με τσι μακρές χερούκλες,
Με τα μεγάλα μάγουλα και με τσι ποδαρούκλες.
Το δίστιχον τούτο, με το οποίον η Σπυριδολενιά εχάραξεν, ως δια μονοκονδυλιάς, την γελοιογραφίαν του νέου, μεταδοθέν από ακοής εις ακοήν, μετά μικρών σκιρτηματικών γελώτων, παρήγαγε πλήμμυραν φαιδρότητος εις τον όμιλον των γυναικών, αίτινες καθήμεναι υπό τον μεγάλον πλάτανον με τα κυριακάτικά των, παρετήρουν τους διερχομένους από το δισταύρι*. Μία εξ αυτών κατελήφθη υπό σπασμωδικού ακαταβλήτου γέλωτος και ενώ δια της μιας χειρός εκράτει τα στήθη της, δια της άλλης εκτύπα τον ώμον της Λενιάς:
— Θεοσκοτωμένη, να σκάσω θέλω απού τα γέλια, σε καλό να μου βγούνε!
Όσον δε παρετήρουν τον νέον απομακρυνόμενον, με τα μεγάλα χέρια κρεμάμενα, ως περιττά και δυσοικονόμητα εξαρτήματα, με τα μεγάλα πόδια, εις τα οποία είχε μεταδοθεί το σάστισμα της κεφαλής, όλον εκείνον τον κολοσσόν, όστις από την παραζάλην της ανθρωποφοβίας εβάδιζεν ως στραβός, προσκόπτων εις τους λίθους, η κωμική του επιγράμματος εικών εφαίνετο περισσότερον ταιριαστή και οι γέλωτες δεν έπαυον.
Μετά τινας ώρας το δίστιχον έκαμε το γύρον του χωριού, συνοδευόμενον και υπό εμπαικτικού επιθέτου. Δια να συμπληρώσει το έργον της η Σπυριδολενιά, τον επονόμασε Πατούχαν, εμπνευσθείσα από τους πλατείς του πόδας, το καταπληκτικότερον χαρακτηριστικόν του καταπληκτικού εκείνου εφήβου.
Ο Μανόλης, ο επονομασθείς ούτω Πατούχας, είχε δείξει από μικράς ηλικίας τόσην αγάπην προς την ποιμενικήν ζωήν, ώστε μετά δυσκολίας τον απέσπασεν ο πατήρ του από τα πρόβατα, δια να τον παραδώσει εις τον διδάσκαλον, ένα καλόγηρον, όστις προ ολίγου είχεν ανοίξει σχολείον, όπου έδιδε περισσοτέρους ραβδισμούς παρά μαθήματα. Ο καλόγηρος εδίδασκε τα κοινά ή εκκλησιαστικά λεγόμενα γράμματα και κατήρτιζεν αναγνώστας, δυναμένους να ψάλλουν εις την εκκλησίαν και φέροντας εις την ζώνην, ως έμβλημα της αξίας των, το μακρόν ορειχάλκινον καλαμάρι*. Αλλ' εις διάστημα δεκαπέντε ημερών ο Μανόλης δεν κατόρθωσε να μάθει τίποτε περισσότερον από την φράσιν «Σταυρέ βοήθει», την οποία προέτασσον τότε του αλφαβήτου. Ο δε διδάσκαλος, αφού εις μάτην εξήντλησεν εναντίον του όλας τας δευτερευούσας τιμωρίας και έσπασεν εις την ράχην του δεκάδας ράβδων, εδοκίμασε και τον περιβόητον φάλαγγα*. Ο Μανόλης, όστις είχε φοβεράν ιδέαν περί του διδακτικού τούτου κολαστηρίου, αντέταξεν απελπιστικήν αντίστασιν αλλ' ο καλόγηρος, βοηθούμενος υπό των πρωτοσκόλων*, κατόρθωσε να συλλάβει τας γυμνάς του κνήμας εις τον φάλαγγα και να του μετρήσει εις τα πέλματα παρά μίαν τεσσαράκοντα.
Το παιδίον αιμάσσον* τους πόδας, ορκίσθη να μη επανέλθει πλέον εις την κόλασιν εκείνην. Αλλά και ο πατήρ του είχεν ορκισθεί «να τον κάμει άνθρωπον»· δεν ήθελε να μείνει το παιδί του, όπως αυτός, ξύλον απελέκητον και την επιούσαν* τον οδήγησε δια της βίας εις το σχολείον, κλαίοντα και ικετεύοντα, και έδωκε προς τον διδάσκαλον την φοβεράν παραγγελίαν: «Μόνο τα κόκαλα γερά, δάσκαλε». Ο δάσκαλος ηκολούθησεν ευσυνειδήτως την πατρικήν εντολήν, αλλ' ο Μανόλης, ο αμεσότερον ενδιαφερόμενος, δεν συνεμερίζετο την γνώμην του πατρός του· και μίαν ημέραν εκσφενδονίσας κατά του δασκάλου την επί καλάμου προσηρμοσμένην φυλλάδα, ετράπη εις φυγήν. Αντί δε να μεταβεί εις την πατρικήν οικίαν, οπόθεν θα οδηγείτο πάλιν την επιούσαν προς τον φοβερόν καλόγηρον, ετράπη την προς τα όρη άγουσαν και μετά τινας ώρας ευρίσκετο εις την μάνδραν του πατρός του.
Όταν έφθασεν εκεί επάνω, εν μέσω των γνωρίμων βουνών, των γνωρίμων δένδρων και των γνωρίμων ζώων, των μόνων του αληθινών γνωρίμων και φίλων, τον κατέλαβεν η συγκίνησις και η χαρά του ανθρώπου του επιστρέφοντος εις την πατρίδα του, την οποίαν δεν ήλπιζε να επανίδει. Και θα εχοροπήδα ως τρελός, αν δεν εμετρίαζε την χαράν του ο φόβος, ότι ο πατήρ του θα ήρχετο, δια να τον επαναφέρει εις το σχολείον. Η επιμονή αύτη του εφαίνετο τελείως αδικαιολόγητος. Τι τα ήθελε τα γράμματα, αφού έτσι ήτο τόσον καλά, τόσον ευχαριστημένος; Αυτός ό,τι επεθύμει δια να είναι ευτυχής, το είχε· ήθελε να είναι βοσκός και ήτο βοσκός. Διατί τον απέσπασαν από την ευτυχίαν του και τον κατεδίκασαν να κάθεται επί ώρας ακίνητος, υπό την απειλήν των βλοσυρών βλεμμάτων ενός κακού ανθρώπου, μεταξύ τεσσάρων τοίχων; Δια να μάθει γράμματα; Τι να τα κάμει τα γράμματα; Αυτός πάντοτε θα εγίνετο βοσκός και κανείς από τους βοσκούς που εγνώριζε δεν ήτο γραμματισμένος. Είχεν άλλως σχηματίσει πεποίθησιν ότι ήτο αδύνατον να μάθει γράμματα. Τα είχε πάρει από φόβον. Έπειτα ο τρόμος, τον οποίον του ενέπνευσεν ο δάσκαλος, του έφερε τοιαύτην ταραχήν, ώστε παρέλυεν η μνήμη και γλώσσα του ομού. Δια να συνηθίσει να μη λέγει το Α άφλα, έφαγε αμέτρητα χαστούκια· άμα δ' εμάνθανεν έν των γραμμάτων του αλφαβήτου, ελησμόνει το προηγούμενον και άμα ήρχετο πλησίον του ο δάσκαλος, τα ελησμόνει όλα ή έλεγεν άλλ' αντ' άλλων.
Και όμως αυτός, όστις δεν κατόρθωνε να μάθει τα εικοσιτέσσερα γράμματα, εγνώριζεν όλα των τα γιδοπρόβατα ένα ένα· και δεν είχαν λίγα. Πώς συνέβαινεν, ως βοσκόπουλον να είναι ξεφτέρι, και εις το σχολείον ν' αποσβολωθεί* έτσι, ώστε να μη διαφέρει από το σκαμνί εις το οποίον εκάθητο; Ημπορούσαν τ' άλλα παιδιά να σφυρίξουν σαν αυτόν και να ρίξουν την πέτρα μακρύτερα «αποβοσκιστή*»; Ήξερε κανείς σαν αυτόν τα σημάδια των γιδοπροβάτων; Αυτός και τώρα, αν τον άφηναν, ήτο ικανός ν' αρμέξει και να τυροκομήσει ακόμη.
Όταν επανήλθεν εις τα βουνά του, σαν να έφυγε μία ομίχλη σκοτεινή από τον εγκέφαλόν του και ένα βάρος που εδέσμευε τα μέλη του. Του εφαίνετο ότι ήτο ελεύθερος, όπως τα πουλιά που επετούσαν γύρω του.
Επαναβλέπων τους γονείς και τους αδελφούς του, ποτέ δεν ησθάνθη την χαράν, την οποίαν ησθάνετο επαναβλέπων τώρα τα γνώριμα μέρη, τα πρόβατα και τας αίγας, αίτινες τον προσέβλεπον με μίαν ενατένισιν ευχάριστου εκπλήξεως, ως να του έλεγον: «Καλώς τονε! τι μας έγινες τόσον καιρόν;» Και με γενικόν κωδωνισμόν εφαίνοντο ως να εώρταζαν την επάνοδόν του. Η αληθινή του οικογένεια ήσαν τα άκακα εκείνα ζώα και τ' ακόμη αγαθότερα δένδρα, και οι βράχοι, και τ' αγριολούλουδα που του απηύθυνον, έλεγες, φιλικόν χαιρετισμόν, όπως εσείοντο εις τους κρημνούς. Όλα, ζωντανά και άψυχα, του εγελούσαν με στοργήν, την οποίαν μόνον εις το μητρικόν ίσως πρόσωπον έβλεπε. Και αυτοί οι κόρακες, οίτινες διήρχοντο, κρώζοντες υψηλά εις τον αέρα, του εφαίνοντο φίλοι.
Οι σκύλοι της μάνδρας είχαν σπεύσει εις προϋπάντησίν του, τρελοί από χαράν. Όταν δε συνηντήθησαν, ο Μανόλης εκυλίσθη μετ' αυτών επί των χόρτων, αποδίδων τας θωπείας, ως σκύλαξ*, και ομιλών προς αυτούς ως να ήσαν άνθρωποι:
— Εσείς ελέετε πως δε θα ξανάρθω στα ωζά*, ε; Κι εγώ το φοβήθηκα. Ε, μωρέ παιδιά, κακά που 'ταν στο χωριό, σα σε βάλουνε και στο σκολειό! Κατέχετε* ίντα* 'ναι το σκολειό; Ένα σπίτι που πάνε κάθε μέρα τακοπέλια* κι εκ' είν' ένας καλόγερος, που τόνε λένε δάσκαλο, και τα δέρνει.
Από ευνόητον λεπτότητα, ο υιός του Σαϊτονικολή απέφυγε να διηγηθεί προς τους φίλους του, το ταπεινωτικόν επεισόδιον του φάλαγγα. Εξέφρασε μόνον προς αυτούς την εναντίον του καλογήρου αγανάκτησίν του και είπεν ότι βέβαια, αν τον συνήντων καμίαν ημέραν, θα του τον εσυγύριζαν καλά με τα δόντια των.
Ως προέβλεπεν ο Μανόλης, ο πατήρ του μετέβη εις την στάνην, με σκοπόν να τον επαναφέρει δια της πειθούς ή και δια της βίας εις το σχολείον. Μετέβη πολλάκις, αλλ' εις μάτην εκοπίασεν. Άμα τον έβλεπεν ο Μανόλης, έφευγεν ως αγρίμι, και εκραύγαζε κλαίων:
— Δε θέλω γράμματα! Δε θέλω!
Εφοβέριζε δε ότι, αν ο πατέρας του επέμενε, θα έπεφτε να σκοτωθεί εις την παρακειμένην χαράδραν.
Και είχε τόσην ειλικρίνειαν εις την φωνήν και τόσην αποφασιστικότητα εις το βλέμμα, ώστε ο Σαϊτονικολής εφοβήθη ότι, αν επιχειρεί να μεταχειρισθεί βίαν, θα εξετέλει την απειλήν του. Επί τέλους δε απελπισθείς, τον αφήκε στην οργήν του Θεού. Θέλω, παιδί μου, να 'χεις χίλια πρόβατα, μα σα δε θες εσύ, ουρά μην αποστάξεις*. Και θα δούμε ποιος θα το μετανιώσει.


Ο  Ιωάννης Κονδυλάκης ανήκει στη γενιά των πρώτων πεζογράφων που καλλιέργησαν το ηθογραφικό μυθιστόρημα μαζί με τον Παπαδιαμάντη και τον Καρκαβίτσα.

"Ο Πατούχας" θα αποτελέσει ένα έργο σταθμό της νεότερης πεζογραφίας μας. Η αφήγηση της ζωής στο χωριό και η ψυχογράφηση του Πατούχα γοητεύσανε τους αναγνώστες της εποχής του όπως και σήμερα εξακολουθούν να συγκινούν. Είναι ένα έργο αριστουργηματικό. Μέσα σε αυτό ο Κονδυλάκης έκλεισε όλη τη λαϊκή παράδοση της Κρήτης, τις παροιμίες, τα κρητικά λαϊκά πειράγματα, την κρητική λεβεντιά.

Η υπόθεση του Πατούχα: Ένας έφηβος Κρητικός, θέλοντας να αποφύγει τη βαναυσότητα του δασκάλου του, φεύγει από το χωριό και μεγαλώνει στα βουνά κοντά στα κοπάδια του πατέρα του. Όταν όμως επιστρέφει, δύσκολα προσαρμόζεται στην κοινωνική ζωή. Η προσπάθειά του να γίνει «κοινωνικός» περιγράφεται σε μια σειρά από κωμικά παθήματα.

το πλήρες κείμενο εδώ  http://archive.org/stream/pgcommunitytexts34336gut/34336-0.txt και εδώ http://vihos.blogspot.gr/2012/10/blog-post_9574.html
 στη διεύθυνση http://blogs.sch.gr/tsourlaki/ υπάρχει το κείμενο στα νέα ελληνικά και με ηχητική απόδοση





Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ: Η παραλογή και οι παραλλαγές


  • Το δημοτικό τραγούδι Του νεκρού αδελφού απαντά σε πολλές παραλλαγές και στον ελληνικό και στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο. Στο βιβλίο Αίμος-Ανθολογία Βαλκανικής Ποίησης παρουσιάζεται η παραλογή όπως απαντά στη Βουλγαρία, Σερβία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Σκόπια, Αλβανία και Ρουμανία.




Αίμος - Ανθολογία Βαλκανικής ποίησης, Φίλοι του περιοδικού Αντί, Αθήνα 2006


Ακολουθεί η αλβανική παραλλαγή:

Κωνσταντής και Δοκίνα (Αλβανία)

Ανήμερα το Μέγα Πάσχα
σφάξαν βόδι στο χωριό,
πήγα πήρα μιαν οκά
το” ριξα στον τέντζερη.
Βγήκα μέχρι την αυλή,
για να φέρω κούτσουρα,
να σου, ήρθε ένα στοιχειό
κι έπεσε στον τέντζερη
και φαρμάκωσε τους γιους μου,
εννιά γιους κι εννιά νυφάδες
κι εννιά με τα μωρά τους.
Μου αδειάσαν εννιά κούνιες,
μου καήκαν εννιά προίκες,
εννιά όπλα βουβαθήκαν.
Κωσταντή, κακό ν” ακούσεις
που την πάντρεψες στα ξένα
τη Δοκίνα μας, αλάργα
πέρα από τρία βουνά.
Ανήμερα το Μέγα Πάσχα
η Δοκίνα χόρευε.
Ο Κωσταντής βγήκε απ” τον τάφο,
άλογο του έγιν” η πέτρα,
και το χώμα σέλα του,
τρέχοντας πάει στη Δοκίνα.
—Καλώς ήρθες, αδερφέ μου.
Αν μου ήρθες για καλό,
να ντυθώ σαν γερακίνα,
κι αν μου ήρθες για κακό,
να ντυθώ σαν καλογριά.
—Έλα, αδερφή, ως είσαι.
Στ” άλογο την ανεβάζει,
τα πουλιά στο δρόμο λέγαν:
— Τσιλιβίου, βίου, βίου
τη Δοκίνα μας, αλάργα
ίσως να “ναι ο αγέρας.
—Είδατε; Δεν είδατε;
Περπατάει λευκή πουλάδα
η ζωντανή με τον νεκρό.
Φτάσανε στην εκκλησία:
—Πήγαινε εσύ, Δοκίνα,
εγώ πάω στο άγιο βήμα,
το ‘χω εκεί το σπίτι μου.
Πήγε χτύπησε την πόρτα:
—Ποιος να είναι που χτυπάει;
Μήπως μια κακιά γυναίκα,
μήπως η ίδια η χολέρα,
που μου πήρε τα παιδιά μου;
—Μάνα, άνοιξε την πόρτα,
η μοναχοκόρη σου είμαι.
—Και ποιος σ” έφερε, Δοκίνα;
—Μ” έφερε ο Κωνσταντίνος.
—Τι μου λες, ο Κωνσταντίνος,
τρία χρόνια μες στο χώμα
και δεν έλιωσε ακόμα;
Στο κατώφλι η μια κι η άλλη
σπάσαν σαν κρασιού φιάλη.
(μτφρ. Ανδρέας Ζαρμπαλάς, σελ. 111-112)


  • 'Αλλη μία ενδιαφέρουσα παραλλαγή του θρύλου του νεκρού αδελφού είναι το βιβλίο "Ποιος έφερε την Ντορουντίν;" του αλβανού συγγραφέα Ισμαήλ Κανταρέ, ο οποίος μεταγράφει το δημοτικό τραγούδι σε αστυνομική νουβέλα. Η ιστορία διαδραματίζεται σε κάποια κωμόπολη της μεσαιωνικής Αλβανίας και αφορά την επιστροφή μιας κόρης στο πατρικό της σπίτι υπό τη συνοδεία ενός μυστηριώδους καβαλάρη. Η ταυτότητα του άντρα που έφερε πίσω την Ντορουντίν πλανάται ως ένα διαρκές ερωτηματικό.



Ισμαήλ Κανταρέ, Ποιος έφερε την Ντορουντίν; μετάφραση Μ. Σοφιανός, εκδ. Ροές 2001



  • Τα θέματα της υπόσχεσης/όρκου, της νεκρανάστασης και της επικοινωνίας του κόσμου των ζωντανών με τον κόσμο των νεκρών τα συναντάμε και στην ταινία animation του Τιμ Μπάρτον* Νεκρή Νύφη (Corpse Βride), ένα μακάβριο μουσικό παραμύθι για δύο διαφορετικούς κόσμους και μια ερωτική ιστορία που παγιδεύτηκε στη... μέση.









Για τον Τιμ Μπάρτον : Μακάβριος, εφιαλτικός και ερεβώδης ο κόσμος του Τιμ Μπάρτον κατοικείται από πλάσματα αλλόκοτα που αναζητούν απεγνωσμένα την αγάπη και την αποδοχή. Το σινεμά του, πάντα μια σκοτεινή εξαίρεση στο χώρο του αμερικάνικου σινεμά, μοιάζει να κατάγεται από τα μεσαιωνικά γοτθικά παραμύθια, και οι κεντρικοί του ήρωες δείχνουν ως απόγονοι των παράξενων πλασμάτων που κατοικούν στους πίνακες του Ιερώνυμου Μπος αλλά και στα παραμύθια του σύγχρονου Ρόαλντ Νταλ.
Τιμημένος πρόσφατα με τον Χρυσό Λέοντα του φεστιβάλ Βενετίας για το σύνολο της καριέρας του, ο Τιμ Μπάρτον συνιστά μια ιδιαίτερη φιγούρα στο σημερινό τοπίο του παγκόσμιου σινεμά: είναι ένας μοναδικός παραμυθάς του γκροτέσκο και του μακάβριου. Εξαιτίας της ιδιοτυπίας του ύφους του -ιδιόρρυθμο μαύρο χιούμορ, μια εντελώς προσωπική ανάγνωση της μυθολογίας των ταινιών τρόμου και επιστημονικής φαντασίας, λατρεία του αλλόκοτου και παράδοξου, γοτθική ατμόσφαιρα, παιδικότητα και εκκεντρικότητα- ο θεατής βυθίζεται σ' ένα κόσμο ονειρικό συνάμα και εφιαλτικό. Οι ταινίες του, έκφραση μιας ευαισθησίας μοναδικής στο σημερινό τοπίο του κυνισμού, χρωματίζονται από μια μελαγχολία που διαποτίζει ήρωες και θεατές. http://www.kathimerini.gr/302098/article/politismos/arxeio-politismoy/oi-melagxolikes-istories-toy-tim-mparton



  • https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%BF%CF%85_%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%8D_%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CF%86%CE%BF%CF%8D

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

true story


Η ΧΑΡΤΙΝΗ ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Επειδή τα κόμικ δεν είναι μόνο κωμικά.

Άλλος ένας τρόπος προσέγγισης της τραγωδίας Αντιγόνη του Σοφοκλή είναι η μεταφορά της σε κόμικ ή αλλιώς σε εικοναφήγημα*.



ΣΟΦΟΚΛΗ ΑΝΤΙΓΟΝΗ - ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ ΣΕ ΚΟΜΙΚΣ

διασκευή: Τάσος Αποστολίδης
εικονογράφηση: Κώστας Αρώνης
Μεταίχμιο, 2012




 
Επίσης, στη διπλωματική εργασία 
 "Αρχαία ελληνική τραγωδία και κόμικς: από τη σκηνή στο χαρτί. Η χάρτινη Αντιγόνη." της Αλεξάνδρας Μυλωνά, στη διεύθυνση http://invenio.lib.auth.gr/record/113652/files/GRI-2009-3216.pdf , εξετάζεται ο τρόπος μεταγραφής της ομώνυμης τραγωδίας από τη σκηνή στο χαρτί.




*Από εδώ δανείζομαι, επί τη ευκαιρία, και τον ορισμό της εικοναφήγησης
Η εικοναφήγηση ορίζεται ως η τέχνη της αφήγησης ιστοριών με τη διαδοχή / συμπαράθεση / ακολουθία σχεδιασμένων εικόνων σε μία επιφάνεια τυπογραφική ή και ψηφιακή. ( Κάθε μία από τις εικόνες απαντά σε ερωτήματα που έθεσε η προηγούμενη και θέτει καινούρια που θα απαντηθούν από την επόμενη.) Η διαδοχή των εικόνων διακρίνει τα κόμικς από τη γελοιογραφία,η πρωτογενής δημιουργία των εικόνων από το φωτο-ρομάντζο και η δισδιάστατη τυπογραφημένη υπόστασή τους από τα κινούμενα σχέδια (cartoon-animation).





Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

τρεις ΑΝΤΙΓΟΝΕΣ και μία ΙΣΜΗΝΗ: ο μύθος συναντά τις νεώτερες εκδοχές του

             Ο George Steiner στο βιβλίο του “Οι Αντιγόνες, Ο μύθος της Αντιγόνης στην λογοτεχνία, τις τέχνες και την σκέψη της Εσπερίας” γράφει : 

        "Υπάρχουν πάνω από τριάντα όπερες με θέμα την Αντιγόνη, μεταξύ των οποίων του Χαίλντερλιν που την μελοποίησε ο Καρλ Ορφ, του Κοκτώ που την μελοποίησε ο Άρθουρ Χόνεγκερ, παρτιτούρες του Μέντελσον και του Σαιν-Σανς, άπειρα θεατρικά έργα, μεταξύ των οποίων του Ανούιγ, του Μπρέχτ, του Αντρέ Ζιντ, του Βίλμπραντ, καθώς και νουβέλες, όπως αυτή του Ρολφ Χόχουτ.
      Γιατί αυτή η αδιάκοπη επιβολή των ελληνικών μύθων, και ιδιαίτερα αυτός της Αντιγόνης, στη φαντασία της Δύσης; Γιατί μόνον ο ελληνικός μύθος και ιδιαίτερα της Αντιγόνης κυριάρχησε στη δυτική αντίληψη, στη δυτική φιλοσοφία, στην διαμόρφωση της δυτικής πολιτικής σκέψης; Και γιατί δεν υπάρχουν επαναλήψεις στο έργο του Σαίξπηρ; Γιατί δεν υπάρχει τέλος για την Αντιγόνη; Γιατί δεν αναπαύεται εν ειρήνη στην αρχαιολογία της σκέψης, αλλά συνεχίζει εδώ και αιώνες να επιβάλλεται και να επανέρχεται στη φαντασία και το στοχασμό της Δύσης; Γιατί διαρκεί ως ζωντανή κληρονομιά στη συλλογική μνήμη και συγκεντρώνει πάντα το ενδιαφέρον και την προτίμηση των ποιητών, των φιλοσόφων, των ψυχολόγων και των καλλιτεχνών; "

βιβλιοπαρουσίαση:http://www.kathimerini.gr/109688/article/politismos/arxeio-politismoy/h-diarkeia-ths-antigonhs-o-my8os-kai-h-epoxh
        

 George Steiner  “Οι Αντιγόνες, Ο μύθος της Αντιγόνης στην λογοτεχνία, τις τέχνες και την σκέψη της Εσπερίας”, εκδόσεις Καλέντη 2001, σελ. 496 

           

Με αφορμή τα παραπάνω παρουσιάζονται τρία σύγχρονα θεατρικά έργα και ένα ποίημα που βασίζονται στο μύθο της Αντιγόνης.

    
Αντιγόνη, Αλεξάνδρου Άρης, 1977, Θεατρικός διάλογος. Αθήνα, ανάτυπο από την Καινούρια Εποχή, 1960.
Ένα από τα ξεχασμένα έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, γραμμένο το 1951 κατά την εξορία του συγγραφέα στον Αη-Στράτη. Την ίδια εποχή που ο Μπρεχτ επιχειρεί τη δική του Αντιγόνη ή που το ομώνυμο έργο του Ζαν Ανούιγ ανεβαίνει στην Αθήνα από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, ο Αλεξάνδρου διπλασιάζει τη σοφόκλεια ηρωίδα, τοποθετώντας την στην πρώτη πράξη στα ελληνικά βουνά της Κατοχής, στη δεύτερη στα δίσεχτα χρόνια του Εμφυλίου. Στρατευμένος στην άποψη πως "ο ποιητής είναι πάντοτε με το μέρος της Αντιγόνης και ποτέ με το μέρος του Κρέοντα", ο Αλεξάνδρου θέτει επί σκηνής το πρόβλημα της ηρωικής θυσίας σε αντιηρωικούς καιρούς, προτείνοντάς μας ένα ζοφερό τοπίο της ανθρώπινης κατάστασης σε κρίση, όταν ο άνθρωπος εύκολα τρίβεται σε αγώνες που δίνονται στο όνομα του ανθρώπου.

Αντιγόνη, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Δωδώνη, 1995
Ο Μπρεχτ μεθερμη­νεύει την τραγωδία του Σοφοκλή σύμφωνα με το σκοπό του να γράψει ένα δράμα αντίστασης στο ναζιστικό Γ Ράιχ και στήνει μιαν αντάρτισσα Αντιγόνη, εμπνευσμένος από την εποποιϊα της αντίστασης στο ναζισμό, μια ηρωίδα που δεν υπερασπίζεται το νόμο του αίματος, απέναντι στους νόμους του κράτους (Κρέοντας), αλλά αντιστέκεται ενάντια στους δυνατούς, στους σκοταδιστές, στους τρομερούς, στους εγκληματίες.

• Το αγρίμι - Η Αντιγόνη- Πρόσκληση στον πύργο, Ζαν Ανουίγ, εκδ. Γκόνη 
Ο Ανούιγ άλλαξε και την μορφή αλλά και την ουσία του τραγικού μύθου, για να γράψει ένα σύγχρονο δράμα, με όλα τα στοιχεία που αποτυπώνουν την σύγχρονη εποχή, όχι μόνον όσον αφορά τα εξωτερικά στοιχεία, αλλά και τα κίνητρα των ηρώων. Η Αντιγόνη του Ανούιγ είναι απόλυτα ελεύθερη, επαναστατεί ενάντια στην εξουσία. Ενάντια σ’ ολόκληρη την κοινωνία. Δεν δέχεται το κοινωνικό κατεστημένο με τους συμβιβασμούς και την φθορά του. Δεν θέλει να πιστέψει ότι μεγαλώνοντας πρέπει να ενταχθεί σε μια κοινωνία που για να υπάρξει σ’ αυτήν και να «ευτυχήσει» θα πρέπει να λέει ψέματα, να χαμογελά και να ελίσσεται για να εξελίσσεται. Θέλει ο κόσμος να είναι όπως τον βλέπει ένα παιδί, πριν φθαρεί και διαφθαρεί για την πολυπόθητη κοινωνική ευτυχία και επιτυχία. Η Αντιγόνη λέει όχι. Η συμπεριφορά της θεωρείται μηδενιστική. Όμως μας γοητεύει γιατί μας θυμίζει την δύναμη και την ορμή της νιότης, που αντιστέκεται και επαναστατεί σ’ ότι δεν της αρέσει.

•Ισμήνη, Ρίτσος Γιάννης, Κέδρος 1996 
Η Τέταρτη Διάσταση  αποτελείται από δεκαεπτά «δραματικούς» ή «σκηνικούς» μονολόγους, καθένας εκ των οποίων αποτελεί μια εξομολόγηση ενός ήρωα, συνήθως μυθικού προσώπου, προς ένα σιωπηλό ακροατή. Στις περισσότερες συνθέσεις αξιοποιείται ο αρχαιοελληνικός μύθος, όπως παραδίδεται κυρίως από την τραγωδία και, δευτερευόντως, από το έπος, ενώ όλοι, σχεδόν, οι μονόλογοι πλαισιώνονται από έναν πρόλογο σε πεζό λόγο, όπου δίνονται πληροφορίες σχετικές με το χώρο, το χρόνο και τα πρόσωπα, καθώς  και από έναν (επίσης πεζό) επίλογο, που επεκτείνει την αφήγηση εισάγοντας, ενίοτε, και το στοιχείο της δράσης. Ένα από τα αρχαιόθεμα ποιήματα της εν λόγω συλλογής είναι και η Ισμήνη, που γράφεται στο διάστημα 1966- 1971.



Για περαιτέρω μελέτη αναφορικά με το μύθο της Αντιγόνης στη λογοτεχνία παραπέμπω στη δημοσιευμένη επιστημονική εργασία της Δήμητρας Bock "Ο λογοτεχνικός μύθος της Αντιγόνης στην Ευρώπη του 20ου αιώνα" στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://invenio.lib.auth.gr/record/127578/files/GRI-2011-7449.pdf?version%3D1?ln=fr


A child who reads...


Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

QUINO- H Mafalda και η παρέα της στο σχολείο



O Joaquin Salvador Lavado, γνωστός ως Quino, είναι αργεντίνος σκιτσογράφος, δημιουργός της Mafalda, του μικρού κοριτσιού με το φουντωτό μαλλί και τις κοινωνικο-πολιτικές ανησυχίες από την ομώνυμη σειρά comic strips.



κι αφού γνωριστήκατε, πάρτε μία γεύση ...

Ακολουθεί ένα απάνθισμα από στριπάκια (="λωρίδες", μικρές αυτοτελείς ιστορίες που δημοσιεύονται στον τύπο) που σχετίζονται με το σχολείο.



1.


Πάντα υπάρχει κάτι καινούριο να μάθεις στο σχολείο.








"Λόλα, να ένα μήλο."

















Η ΠΟΙΗΣΗ ΑΛΛΙΩΣ...


Η Ιθάκη του Καβάφη σε κόμικ

το ίδιο κόμικ στα ελληνικά
 http://www.slideshare.net/katerina60/ss-27384884#